Έρχονται στιγμές που πρέπει να αποφασίσεις, χωρίς το πολυτελές δικαίωμα οποιασδήποτε αναβολής. Όπως κάθε φορά που έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα μεγάλο πρόβλημα που εγκυμονεί έναν τεράστιο κίνδυνο, το μόνο που δεν χωράει είναι η διστακτικότητα, η αμφιθυμία, το «βλέπουμε και κάνουμε», το να είσαι «και παπάς και ζευγάς». Ανάμεσα λοιπόν στο Ευρώ και στη δραχμή, η επιλογή μας είναι σαφής. Άρα, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να «τραβήξουμε τις συνέπειες» του κοινού νομίσματος μέχρι τέλους. Υπό το φως της πτώσης του τείχους του Βερολίνου και της λήξης του διπολικού κόσμου, της γερμανικής ενοποίησης και του σχεδίου της ενιαίας αγοράς, αποφασίσαμε το 1991 στο Μάαστριχτ την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος, ως πρώτο στάδιο μιας πολιτικής ενοποίησης, που μέχρι σήμερα όμως δεν έχει έλθει. Ένα κοινό νόμισμα και μια ενιαία αγορά, χωρίς μια κοινή φορολογική και δημοσιονομική πολιτική, μια κοινή μακροοικονομική πολιτική και μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας, δεν μπορεί να υπάρξουν επί μακρόν.
Σήμερα, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και κάθε κράτος – μέλος ξεχωριστά, ακόμη και το πιο ισχυρό, είναι ανίσχυρα ως προς το μέγεθος της πρόκλησης. Επομένως αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα συγκροτημένο σχέδιο για την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης στο σύνολο της, ένα νέο ευρωπαϊκό όραμα για τον κόσμο κι αυτό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη. Μόνον έτσι έχει πιθανότητα η Ευρώπη να διεκδικήσει έναν από τους πρώτους ρόλους παγκοσμίως και να διατηρήσει και ενισχύσει τις ευρωπαϊκές αξίες και τις επιμέρους εθνικές ταυτότητες. Στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία που θα δημιουργηθεί, η Ελλάδα θα πρέπει να βρει τον τρόπο, για τρίτη φορά 30 χρόνια μετά την ένταξη και 10 χρόνια μετά το Ευρώ, να είναι μέσα, παρά την αντιξοότητα της στιγμής, ή ίσως χάριν αυτής, προβαίνοντας στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις όσο τολμηρές κι αν είναι, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι επιβαλλόμενες υποχρεώσεις έναντι ενός αξιοπρεπούς προσωρινού δανεισμού.
Τα «εθνικά επαγγέλματα» με πρώτο αυτό του πολιτικού των κρατών μελών της ΕΕ και των παρατρεχάμενων του, αλλά φυσικά και αυτά της δημόσιας γραφειοκρατίας, του επαγγελματία συνδικαλιστή, του διαπλεκόμενου εργολάβου και προμηθευτή, ακόμη και του μέρους εκείνου της ακαδημαϊκής και πνευματικής κοινότητας που είναι σε εθνικά διατεταγμένη υπηρεσία παρά την επιστημονική του αποστολή, δεν μπορούν, εκτός εξαιρέσεων, να εκφέρουν έναν λόγο που βλέπει στο κοινό ευρωπαϊκό μέλλον, που στοχεύει στην υπερβατική όσο και πραγματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Είναι καταδικασμένοι να δίνουν μια μάχη οπισθοφυλακής, προάσπισης των συμφερόντων της συντεχνίας, εγκλωβισμένοι σε έναν μικρόκοσμο που καταρρέει ταχύτατα. Τη στιγμή που το ποιοτικό άλμα είναι περισσότερο ώριμο από ποτέ, που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι επιθυμούν έναν κοινό βηματισμό, οι πολιτικοί διαγωνίζονται σε λαϊκισμό και εξεγείρουν τα αισθήματα εθνικιστικής αναδίπλωσης έναντι της επανεκλογής των. Με λίγα λόγια, εκείνοι που βλέπουν τη θέση τους να υπονομεύεται στα βαθειά νερά του ευρωπαϊκού και διεθνούς ανταγωνισμού, της ελεύθερης ανοιχτής κοινωνίας, θα παραμείνουν μέχρι το αναπόφευκτο τέλος πατριώτες του γλυκού νερού ή πάντως θα επιχειρήσουν ν’ ανέβουν στο τρένο όταν όλα θα έχουν κριθεί.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί μόνη της το πρόβλημα, είναι μέρος ενός γενικότερου και μεγάλου προβλήματος. Φυσικά πρέπει να ελεγχθούν οι δημόσιες δαπάνες, τα ελλείμματα και το χρέος, να καμφθεί η διαφθορά, η φοροδιαφυγή, η σπατάλη. Αυτό όμως δεν αρκεί για να καλυφθεί το χάσμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ του βορρά και του νότου της Ευρώπης που το Ευρώ διεύρυνε. Η λύση του προβλήματος δεν μπορεί να αναζητηθεί αλλού απ’ όπου και μόνον αυτή μπορεί να δοθεί, δηλαδή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και με έναν δημοκρατικά ψηφισμένο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ικανό προϋπολογισμό. Η πολιτική ένωση δεν μπορεί παρά να είναι μια μορφή ομοσπονδίας, μια δημοκρατία δημοκρατιών, μια ευρωπαϊκή δημοκρατία. Η στενή ερμηνεία της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι η λύση, είναι το πρόβλημα, όχι μόνον όσον αφορά την οικονομία, αλλά τελικώς για την ανανέωση του δυναμισμού και την επίτευξη της συμπληρωματικότητας των ευρωπαϊκών εθνών στο απαιτητικό και πολύπλοκο νέο πλανητικό περιβάλλον. Η αραβική εξέγερση, η κλιματική αλλαγή, το περιβαλλοντικό κατεπείγον, το μεταναστευτικό ζήτημα, η ενεργειακή τροφοδοσία και το πρόβλημα του νερού, οι νέες απειλές, η οικονομική κρίση, ανοίγουν διάπλατα την πόρτα στη νέα ενωμένη Ευρώπη. Αυτό που χρειάζεται είναι η πολιτική βούληση. Η κοινωνία πολιτών έμπρακτα τη διαθέτει, η πολιτική ηγεσία; Όσο συντομότερα τόσο καλύτερα.
Νίκος Γιαννής
Νίκος Γιαννής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου